Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Προεόρτια Γεννέσεως Υπεραγίας Θεοτόκου κ Ο Άγιος Σώζων (Εορτή Σώζων)

Παραμονή της μεγάλης Εορτής

Απολυτίκιον Ήχος δ'. Κατεπλάγη Iωσήφ.

Εκ της ρίζης Ιεσσαί, και εξ οσφύος του Δαυίδ, η θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ημίν, διό και χαίρει η σύμπασα και καινουργείται, συγχαίρει τε ομού, ο ουρανός και η γη, Αινέσατε αυτήν αι πατριαί των εθνών, Ιωακείμ ευφραίνεται, και Άννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα, Η στείρα τίκτει, την Θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.

Κοντάκιον. Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον.

Η Παρθένος σήμερον, και Θεοτόκος Μαρία, η παστάς η άλυτος, του ουρανίου Νυμφίου, τίκτεται, από της στείρας θεοβουλήτως, όχημα, του Θεού Λόγου ευτρεπισθήναι, εις τούτο γαρ και προωρίσθη, η θεία πύλη, και Μήτηρ της όντως ζωής.

Ο Άγιος Σώζων, καταγόταν από την πόλη Λυκαονία της Μ. Ασίας. Βοσκός στο επάγγελμα, γρήγορα βαπτίστηκε χριστιανός και πήρε το όνομα Σώζων. Ήταν Άνθρωπος ενάρετος και Θεοσεβής. Μελετούσε τις άγιες γραφές και κήρυττε το λόγο τού Ευαγγελίου. Κάποια μέρα μπήκε σε έναν ειδωλολατρικό ναό όπου είδε ένα Άγαλμα φτιαγμένο από χρυσό. Οργίστηκε με τη σκέψη ότι πολλοί Άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα, και οι ειδωλολάτρες φτιάχνουν πολυτελή είδωλα. Έτσι έκοψε το ένα χέρι τού αγάλματος και αφού το πούλησε μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς χριστιανούς. Ο ηγεμόνας της περιοχής όταν έμαθε τι είχε συμβεί Άρχισε να συλλαμβάνει και να τιμωρεί χριστιανούς. Ο Σώζων τότε παρουσιάστηκε στον ηγεμόνα και ομολόγησε με θάρρος και χωρίς να έχει μετανιώσει. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια παρέδωσε το πνεύμα του μαρτυρικά στο Θεό.

Απολυτίκιο. Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.
Δι' ομφής ουρανίου πιστωθείς προς τα κρείττονα, τους της ευσέβειας αγώνας, απτοήτως διέδραμες· και ώφθης του Σωτήρος κοινωνός, αθλήσας Μάρτυς Σώζων ανδρικώς· δια τούτο διασώζεις εκ πειρασμών, τους πίστει προσιόντας σοι. Δόξα τω παρασχόντι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.



Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Θαύμα αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χωναίς

Θαύμα αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χωναίς. Σε κάποιο μέρος της Φρυγίας χτίσθηκε ένας ναός στο όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, από έναν χριστιανό που είχε γιατρευτεί η κόρη του από τον άγιο. Στο ναό ζούσε ένας ευσεβής ασκητής ο Άρχιππος, εναντίον του οποίου στράφηκαν οι ειδωλολάτρες, οι οποίοι ήθελαν να εκδικηθούν για τα θαύματα που γίνονταν. Όρμησαν τότε να καταστρέψουν το ναό και να δολοφονήσουν τον Άρχιππο. Επενέβη όμως ο Αρχάγγελος, ο οποίος εξουδετέρωσε τους ειδωλολάτρες. Αυτοί όμως δε σταμάτησαν θέλησαν να εκτρέψουν ένα ποταμό να πνίξουν τον Άρχιππο, και να καταστρέψουν το ναό. Τότε ο Αρχάγγελος με το σημείο του σταυρού σταματά τα νερά και προστάζει να χωνευθούν, κατά παράδοξο τρόπο έως και σήμερα στο σημείο εκείνο τα νερά χωνεύονται και γι' αυτό το μέρος ονομάστηκε Χώναις.

Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ως νεφέλη ωράθης επισκιάζουσα, Μιχαήλ Ταξίαρχο τω σω αγίω ναώ, υετίζων δαψιλώς ύδωρ αθάνατον όθεν ως άλλη κιβωτόν, διεφύλαξας αυτόν, και ρείθρων των ποταμίων, τον ρουν ηκόντισας πόρρω, προς ευφροσύνην των ψυχών ημών.

Κοντάκιον Ήχος β'. Αυτόμελον.

Αρχιστράτηγε Θεού, λειτουργέ θείας δόξης, των ανθρώπων οδηγέ, και αρχηγέ των Ασωμάτων, το συμφέρον ημίν αιτήσαι, και το μέγα έλεος, ως των Ασωμάτων αρχιστράτηγος.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Προφήτης Ζαχαρίας και η σύζυγος του Ελισάβετ

Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί. Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου που του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ο Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε η γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό. Βέβαια, η χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι της ήταν «δίκαιος ενώπιον του Θεού, πορευόμενος εν πάσαις ταις εντολαίς και δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτος». Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με της της εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή.


Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.
Ιερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατά τον νόμον του Θεού, ολοκαυτώματα δεκτά, Ιεροπρεπώς προσενήνοχας Ζαχαρία, και γεγονός φωστήρ, και θεατής μυστικών, τα σύμβολα εν σοι, τα της χάριτος, φέρων εκδήλως πάνσοφε, και ξίφει αναιρεθείς εν τω ναώ του Θεού, Χριστού Προφήτα, συν τω Προδρόμω, πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Κοντάκιον Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.

Ο Προφήτης σήμερον, και ιερεύς του Υψίστου, Ζαχαρίας προύθηκεν, ο του Προδρόμου γενέτης, τράπεζαν της αυτού μνήμης Πιστούς εκτρέφων, πόμα τε δικαιοσύνης τούτοις κεράσας, Διό τούτον ευφημούμεν, ως θείον μύστην Θεού της χάριτος.

Ο Προφήτης Ζαχαρίας και η σύζυγος του Ελισάβετ

Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί. Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου που του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ο Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε η γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό. Βέβαια, η χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι της ήταν «δίκαιος ενώπιον του Θεού, πορευόμενος εν πάσαις ταις εντολαίς και δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτος». Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με της της εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή.


Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.
Ιερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατά τον νόμον του Θεού, ολοκαυτώματα δεκτά, Ιεροπρεπώς προσενήνοχας Ζαχαρία, και γεγονός φωστήρ, και θεατής μυστικών, τα σύμβολα εν σοι, τα της χάριτος, φέρων εκδήλως πάνσοφε, και ξίφει αναιρεθείς εν τω ναώ του Θεού, Χριστού Προφήτα, συν τω Προδρόμω, πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Κοντάκιον Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.

Ο Προφήτης σήμερον, και ιερεύς του Υψίστου, Ζαχαρίας προύθηκεν, ο του Προδρόμου γενέτης, τράπεζαν της αυτού μνήμης Πιστούς εκτρέφων, πόμα τε δικαιοσύνης τούτοις κεράσας, Διό τούτον ευφημούμεν, ως θείον μύστην Θεού της χάριτος.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Άγιος Βαβύλας ο Ιερομάρτυρας, επίσκοπος Αντιοχείας και τα Τρία Παιδιά που μαρτύρησαν μαζί μ' αυτόν Αμμώνιος, Δονάτος και Φαύστος

Ο Άγιος Βάβυλας έζησε κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Νουμεριανός, ο οποίος δολοφόνησε το γιο του βασιλιά των Περσών τον οποίο κρατούσε αιχμάλωτο. Την ενέργεια αυτή ο επίσκοπος Αντιοχείας Βάβυλας την αποδοκίμασε έντονα. και όταν κάποια στιγμή θέλησε ο Νουμεριανός να παρακολουθήσει τη λειτουργία στον Ιερό Ναό της Αντιοχείας, του απαγόρευσε την είσοδο λέγοντάς του ότι στο ναός δεν έχουν θέση κοινοί εγκληματίες σαν αυτόν. Ο αυτοκράτορας οργισμένος διέταξε να τον συλλάβουν και να τον φυλακίσουν. Την επόμενη μέρα τον αποκεφάλισαν. Τρεις μαθητές του Βαβύλα έτρεξαν να του συμπαρασταθούν. Συνελήφθησαν και αυτοί, και αποκεφαλίστηκαν αφού δεν δέχτηκαν να αρνηθούν την πίστη τους.

Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ιεραρχίας τω φωτί απαστράπτων, δικαιοσύνης φυτοκόμος εδείχθης, αποτεμών την άκανθαν της πλάνης αληθώς, όθεν των αιμάτων σου, φοινιχθείς ταις ρανίσι, τω Χριστώ παρέστηκας, ανακράζων Βαβύλα, ιδού εγώ και τα παιδία Ιησού όθεν προσδέχου, ημάς ως ηυδόκησας.

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ'. Ως απαρχάς της φύσεως.

Ως ευσεβείας κήρυκα, και αθλητών εδραίωμα, η Εκκλησία δοξάζει σε ένδοξε, λαμπρυνομένη σήμερον, αλλ' ως έχων παρρησίαν, εν ειρήνη τελεία, τους ανυμνούντάς σε, τον Χριστόν φυλαχθήναι δυσώπησον, ω Πολύαθλε.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Άγιος Μάμας

Στη Βασιλεία του Χριστού κάθε ηλικία έχει να επιδείξει τους αντιπροσώπους της.

Γιατί κάθε ηλικία έχει προσφέρει σ' Αυτόν ότι διαλεχτό κι υπέροχο έχει να παρουσιάσει. Κι η εφηβική ηλικία, που είναι η πιο δύσκολη στη ζωή του ανθρώπου, έχει να προβάλει τους δικούς της.

Ο άγιος Μάμας είναι ένας απ' αυτούς. Διαλεχτός στους διαλεχτούς κι ωραίος στους ωραίους αποτελεί μια απ' τις πιο αγαπητές κι ηρωικές μορφές της Εκκλησίας μας των τριών πρώτων αιώνων.


Οι γονείς του Θεόδοτος και Ρουφίνα ζούσαν στη Γάγγρα της Παφλαγονίας και ήσαν χριστιανοί με μεγάλη κοινωνική θέση.

Την εποχή αυτή ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός κίνησε σκληρό διωγμό ενάντια στους χριστιανούς (270-275 μ.Χ.).

Μεταξύ των πρώτων συνελήφθη ο Θεόδοτος κι αφού ανακρίθηκε κι ομολόγησε τον Χριστό, ρίχτηκε στις φυλακές της Καισαρείας.

Η σύζυγος του, η ενάρετη Ρουφίνα, σαν έμαθε τη φυλάκιση του συντρόφου της, αν και ήταν ετοιμόγεννη, έτρεξε να τον συναντήσει. Εκεί με παρρησία ομολόγησε και αυτή την πίστη του Χριστού, που φλόγιζε την καρδία της, με αποτέλεσμα να κλεισθεί στη φυλακή.


Δύο αδελφές ψυχές, ευγενικές κι αγαπημένες, ενωμένες στη χαρά και στον πόνο. Μια νύχτα η Ρουφίνα εκεί στη σκοτεινή κι υγρή φυλακή, έφερε στον κόσμο το παιδάκι της. Η καρδιά της σκίρτησε από χαρά. Αλλά μόνο για μια στιγμή. Όταν πήρε το παιδάκι της να το δείξει στον σύζυγο της, τον καλό Θεόδοτο, τον βρήκε νεκρό. Τα μαρτύρια τα πολλά που δοκίμασε για την πίστη και την αγάπη του Χριστού, τον οδήγησαν πρόωρα στον θάνατο. Η πονεμένη μάνα με συντριβή ψυχής έβαλε το παιδί στην αγκαλιά του, γονάτισε δίπλα του κι έκαμε με δάκρυα την προσευχή της. Ύστερα έγειρε δίπλα του για να μη σηκωθεί ποτές. Την ίδια νύχτα παρέδωσε κι αυτή το πνεύμα. Η ψυχή της πέταξε κοντά στον Χριστό, που αγάπησε με την καρδιά της. Τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της φυλακής την οδήγησαν τόσο γρήγορα στον ουρανό, κοντά στον μάρτυρα σύζυγο της.


Και το παιδί της; Ορφανό, πεντάρφανο μένει τώρα! Τι άραγε θα γίνει; Την απάντηση δίνει το πνεύμα του θεού! "Ορφανόν και χήραν αναλήψεται". Το ορφανό και τη χήρα τα παίρνει υπό την προστασία του ο Θεός. Και να!


Μια ευσεβής γυναίκα, η Αμμία Ματρώνα οδηγημένη από ένα άγγελο πηγαίνει στη φυλακή. Παίρνει τα λείψανα των μαρτύρων γονιών και τα ενταφιάζει με σεβασμό. Ύστερα παίρνει στο σπίτι και το παιδί κι αναλαμβάνει με προθυμία και στοργή την ανατροφή του. Από τα πρώτα ψελλίσματά του "μάμα-μάμα" του έδωκε το όνομα Μάμας. Κοντά στην καινούργια μανούλα του το παιδί μεγάλωσε με της πίστης τ' άγιο "κι άφθαρτο μάννα". Και το τίμησε. Όχι μόνο ο ίδιος από παιδί αγωνιζόταν να ζει τη χριστιανική ζωή, αλλά και φρόντιζε τα όσα μάνθανε, να τα διδάσκει και στα παιδιά της ηλικίας του. Υπεράξιο παιδί αξίων γονιών, μα κι υπέροχης θετής μητέρας του.


Η διαγωγή αυτή και ο ζήλος του μικρού ιεραποστόλου δεν άργησαν να γίνουν γνωστά. Κάποια μέρα μερικοί εχθροί της πίστεως τον έπιασαν και τον οδήγησαν μπροστά στον σκληρό ηγεμόνα Δημόκριτο. Εκείνος, σαν είδε το παιδί, προσπάθησε με κολακείες στην αρχή κι απειλές αργότερα να τον μεταπείσει από τις αρχές και την πίστη του. Μα δεν μπόρεσε. Όλες του οι προσπάθειες πήγαν χαμένες. Τότες άρχισαν τα βασανιστήρια. Το ξύλο, το πλήγωμα του κορμιού με σιδερένια νύχια, το κάψιμο των πληγών με αναμμένες λαμπάδες και τέλος το ρίξιμο στη θάλασσα με μια σιδερένια σφαίρα δεμένη στον λαιμό.

Το αποτέλεσμα;


Μηδέν!

Οι βάρβαρες πράξεις του χριστομάχου πήγαν άδικα. Η σφαίρα κόπηκε και το παιδί με τη βοήθεια ενός Αγγέλου βγήκε στη στεριά κι ανέβηκε σ' ένα βουνά της Καισαρείας. "Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει". Στο μέρος αυτό ο πιστός κι ηρωικός Μάμας έζησε μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια με συντροφιά τα λιοντάρια και τ' άλλα άγρια ζώα. Τα εξημέρωσε και τα εβοσκούσε και τ' άρμεγε για να τρέφεται, μα και να φιλοξενεί κι εκείνους που τον επισκέπτονταν, για ν' ακούσουν τα λόγια του και να διδαχθούν.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός κι η παρουσία του φλογερού κι αληθινά πιστού εφήβου έγινε και πάλι γνωστή. Για δεύτερη φορά οι εχθροί του Χριστού πήγαν και τον έπιασαν. Για άλλη μια φορά τα μαρτύρια επαναλήφθηκαν σκληρότερα κι αγριότερα. Μα και αυτή τη φορά τίποτα δεν έκαμαν. Ο μάρτυρας έμεινε και τώρα άκαμπτος. Καμιά δύναμη δεν στάθηκε ικανή να τον λυγίσει και να τον αλλάξει. Ούτε οι δελεαστικές υποσχέσεις, ούτε κι οι απειλές, μα ούτε και το ξέσχισμα του κορμιού, ούτε και το αναμμένο καμίνι. Ο νεαρός μάρτυρας με το χαμόγελο στα χείλη τα αντιμετώπισε όλα ψάλλοντας μαζί με τον απόστολο Παύλο τα λόγια της παρρησίας και της βαθιάς πίστεως: "Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα"; Και την απάντηση την έδινε πάλιν ο ίδιος επαναλαμβάνοντας μ' απόλυτη πεποίθηση του Αποστόλου τα λόγια: "Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμ. η' 35-39). Καμιά δύναμη ούτε κι ο θάνατος δεν μπορεί να με αποσπάσει από σένα, Χριστέ μου. Ναι! Ούτε κι ο θάνατος. Και το απέδειξε.


Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μα ο δεκαπεντάχρονος έφηβος έμεινε αλύγιστος. Ταπεινωμένος και ντροπιασμένος ο ασεβής ηγεμόνας από το θάρρος και την αντοχή του έδωσε διαταγή να, τον θανατώσουν. Κι ο δήμιος με μια σιδερένια τρίαινα (τρικάνι) τον κτύπησε στην κοιλιά. Ο γενναίος αθλητής έπεσε κάτω κι αφήκε την αγνή ψυχή του να πετάξει κοντά σ' Εκείνον, που αγάπησε και πόθησε και λάτρεψε, μα και κοντά στους μάρτυρες γονείς. Σύντομη υπήρξε η ζωή του. Σύντομη αλλά μεγαλειώδης και παραδειγματική. Νέος ήταν κι αυτός. Ναι! Νέος, στην άνοιξη της ζωής, με δυσκολίες και προβλήματα και πειρασμούς. Όμως δεν παρασύρθηκε. Δεν πλανήθηκε. Δεν λύγισε. Έμεινε πιστός κι ακλόνητος στις αρχές του μέχρι θανάτου. Για να διδάσκει. Και να δείχνει τον δρόμο σε όσους νοσταλγούν και ποθούν και θέλουν να ζήσουν μια ζωή ανώτερη. Μια αληθινή ζωή.


Στην Κύπρο ο άγιος Μαμάς είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε.
Μια άλλη παράδοση αναφέρει, πώς το άγιο λείψανο του μάρτυρα μεταφέρθηκε στην Κύπρο από τη Μ. 'Ασία και τάφηκε στη Μόρφου. Ένας μεγαλοπρεπής ναός κτίστηκε δίπλα στη λάρνακα που φιλοξένησε το άγιο λείψανο του και πολλά θαύματα γίνονται κάθε φορά σε όσους με πίστη καταφεύγουν στη χάρη του.
Η φήμη του αγίου ως θαυματουργού είναι πολύ πλατιά διαδεδομένη στο νησί μας. Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Κύπριος χρονογράφος του ΙΕ' αιώνος). στο χρονικό του λέει γι' αυτόν χαρακτηριστικά: "Άν ήτουν να γράψω ταις γιάσεις του ως του νάζουν δεν έφταναν". Κάθε χρόνο στις 2 του Σεπτέμβρη πλήθη χριστιανών τρέχουν να τιμήσουν τον μάρτυρα με πανηγυρικές λειτουργίες κι αγρυπνίες. Η μεγαλύτερη όμως τιμή, που μπορούμε όλοι να του προσφέρουμε είναι να μιμηθούμε το παράδειγμα του. Μας φαίνεται δύσκολο; Ναι! Μπορεί να 'ναι. Εδώ όμως βρίσκεται το αληθινό μεγαλείο.

Απολυτίκιο Ήχος δ’.
Ο μάρτυς σου Κύριε, εν τη αθλήσει αυτού το στέφος εκομίσατο της αφθαρσίας, εκ σου του Θεού ημών έχων γαρ την ισχύν σου, τους τυράννους καθείλεν έθραυσε και δαιμόνων, τα ανίσχυρο θράση. Αυτού ταις ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.

Έτερον Απολυτίκιο Ήχος α’.
Της Παφλαγόνου το κλέος, και Γαγγραίων το στήριγμα, φύλαξ και φρουρός των Κυπρίων, ανεδείχθης, Μαμά ένδοξε. Την Θάλασσαν διήλθες ώσπερ ζων, και ταύτης τρικυμίας χαλινών, θαυμασίως λάρνακα σου, Μόρφου τη πάλει, Μάρτυς κατεστήριξας, διό εν τη μνήμη σου, σοφέ, ευώδες μύρον βρύει εξ αυτής. Δόξα Θεώ τω ενεργούντι, δια σου πάσιν ιάματα.

Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.

Εν τη ράβδω Άγιε, τη εκ Θεού σοι δοθείση, τον λαόν σου ποίμανον, επί νομάς ζωηφόρους, θήρας δε, τους αοράτους και ανημέρους, σύντριψον, υπό τους πόδας των σε υμνούντων, ότι πάντες οι εν κινδύνοις, προστάτην Μάμα, θερμόν σε κεκτήμεθα.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης (εορτή Συμεών)

Ο όσιος Συμεών ο στυλίτης (ο πρεσβύτερος ή «ο εν τη μάνδρα»), που τιμάται από την Εκκλησία μας την 1η Σεπτεμβρίου, είναι ο πρώτος γνωστός μοναχός που ασκήτεψε πάνω σε στύλο. Γεννήθηκε γύρω στα 389 στο χωριό Σισάν, στα όρια Συρίας και Κιλικίας. Ήταν βοσκός των πατρικών προβάτων, όταν γνώρισε κάποιους ασκητές, πόθησε εξαιτίας τους τη μοναχική ζωή και ήρθε σ' ένα μοναστήρι, στο χωριό Τελεδάν, όπου έζησε δέκα χρόνια (403-413) με αυστηρότατη άσκηση. Ύστερα έζησε έγκλειστος τρία χρόνια σε μια σπηλιά, κοντά στην Αντιόχεια, και στη συνέχεια πήγε στο χωριό Τελάνισσο, όπου ασκήθηκε αλλά τρία χρόνια σ' ένα σπιτάκι. Τέλος, αποσύρθηκε στην κορυφή ενός λόφου και περιορίσθηκε σ' έναν μικρό κυκλικό περίβολο («μάνδρα»), φτιαγμένο με μιαν αλυσίδα είκοσι πήχεων.

Η απίθανη αυστηρότητα της ζωής του και το θαυματουργικό χάρισμα συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ανθρώπων, που του προξενούσαν μεγάλη ενόχληση. Για αυτό άρχισε ν' ανεβαίνει σε στύλους ολοένα και ψηλότεροι. Ο τελευταίος, όπου έζησε πάνω από είκοσι χρόνια, είχε ύψος 16 - 18 μ.

Ο όσιος αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος του εικοσιτετραώρου στην προσευχή. Έτρωγε ελάχιστα. Ήταν συνεχώς όρθιος, χωρίς προφύλαξη από τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο ή το κρύο. Δυο φορές την ήμερα διέκοπτε τον ασκητικό του κανόνα και νουθετούσε το λαό, μεριμνούσε για τούς αρρώστους και τούς δυστυχισμένους, έκανε συμβιβασμούς διαφορών, έλυνε προβλήματα και μετέστρεφε στη χριστιανική πίστη τούς αλλόδοξους που πρόστρεχαν σ' αυτόν μαζί με τούς χριστιανούς απ' όλα τα σημεία τής Ανατολής και τής Δύσης. Κοιμήθηκε το 459 και κηδεύτηκε από τον πατριάρχη Αντιόχειας Μαρτύριο στη μεγάλη εκκλησία της Αντιόχειας.

Στο εκπληκτικό Ιεραποστολικό έργο, που, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, πραγματοποίησε από την κορυφή του στύλου του ο αυστηρός αυτός ασκητής, θα αναφερθούμε στις επόμενες γραμμές, σταχυολογώντας τα σχετικά αποσπάσματα από την «Φιλόθεο Ιστορία» του Θεοδώρητου Κύρου, τον ελληνικό βίο του οσίου, γραμμένο από τον μαθητή του Αντώνιο, και τον συριακό βίο του .

Η φήμη του οσίου απλώθηκε γοργά παντού. Όλοι, κι από τα κοντινά κι από τα μακρινά μέρη, έτρεχαν κοντά του. Άλλοι έφερναν παράλυτους, άλλοι ζητούσαν να γιατρέψει αρρώστους, άλλοι παρακαλούσαν να μεσιτέψει στο Θεό για ν' αποκτήσουν παιδιά. Μετά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, έφευγαν γεμάτοι χαρά. Και διαλαλώντας τις ευεργεσίες που δέχτηκαν, έστελναν στον όσιο πολύ περισσότερους ανθρώπους, που ζητούσαν κι εκείνοι τα ίδια. Έτσι, καθώς άρχισαν να καταφθάνουν από κάθε στράτα σαν ποτάμια οι προσκυνητές, σχηματίστηκε σ' αυτόν τον τόπο ένα ανθρώπινο πέλαγος, που δεχόταν από παντού ποτάμια! Όχι μόνο ντόπιοι ούτε μόνο Χριστιανοί, αλλά και Ισμαηλίτες και Πέρσες και Αρμένιοι και Ίβηρες και Ομηρίτες κι εκείνοι που κατοικούν ακόμα πιο βαθιά μαζεύονταν στο ασκητήριο του οσίου. Ήρθαν και πολλοί που κατοικούσαν στα πέρατα της Δύσης, Ισπανοί και Βρετανοί και Γαλάτες. Όσο για την Ιταλία, λένε πως ο Συμεών είχε γίνει τόσο περιβόητος εκεί, ώστε κρεμούσαν μικρές εικόνες στις εισόδους όλων των εργαστηρίων, για να παίρνουν απ' αυτές προστασία και ασφάλεια.

Ήταν αμέτρητοι, λοιπόν, όσοι έφταναν και ζητούσαν να τον αγγίξουν, ν' ακουμπήσουν μόνο την άκρη του δερμάτινου χιτώνα του, πιστεύοντας πως έτσι θα έπαιρναν κάποια ευλογία. Ο άγιος, όμως, ένιωθε πως δεν ήταν άξιος ν' απολαμβάνει τέτοια τιμή. Τον κούραζαν, άλλωστε, όλα αυτά. Έτσι, σοφίστηκε ν' ανέβει σ' έναν στύλο. Το ύψος του ήταν στην αρχή μικρό, έξι πήχες. Αργότερα ανέβηκε σε άλλον πιο ψηλό, ύστερα σε ψηλότερο και τέλος σ' έναν που έφτανε τις τριάντα έξι πήχες. Γιατί το έκανε αυτό; Επειδή λαχταρούσε να πετάει στα ουράνια, ελεύθερος από καθετί γήινο. Και επειδή, φωτισμένος από το Θεό, στόχευε στην ωφέλεια και τη σωτηρία πολλών ψυχών. Βλέπετε, όσοι δεν πείθονται με λόγια και δεν ανέχονται τα κηρύγματα, σαγηνεύονται από τα παράδοξα θεάματα. Το παράδοξο τραβάει όλους και τους αναγκάζει να το προσέξουν, προετοιμάζοντας τους έτσι και στο να διδαχθούν. Έτσι έγινε και με τον όσιο Συμεών. Το παράδοξο θέαμα που παρουσίαζε ανεβασμένος σ' έναν ψηλό στύλο, τραβούσε αμέτρητους περιέργους, που ήθελαν να πληροφορηθούν γιατί απομακρύνθηκε από τον κόσμο με τέτοιον τρόπο. Με την αφορμή αυτή ο όσιος τους δίδασκε και τούς κήρυσσε το λόγο του Θεού, μεταστρέφοντας πολλούς από την απιστία στην πίστη και από τα έργα της ανομίας στα έργα της ευσέβειας. Ίβηρες και Αρμένιοι και Πέρσες, όπως είπαμε, απαρνιόντουσαν κάτω απ' το στύλο την προγονική τους πλάνη και δέχονταν την θεία αλήθεια με το άγιο βάπτισμα. Οι Ισμαηλίτες, μάλιστα, έφταναν σε ομάδες, διακόσιοι, τετρακόσιοι, κάποτε και χίλιοι. Με βοή αποκήρυσσαν την πατρική τους θρησκεία, έσπαζαν τα είδωλα που λάτρευαν πρώτα, εγκατέλειπαν μια για πάντα τα μυστηριώδη όργια τής Αφροδίτης και απολάμβαναν τα θεία μυστήρια του Χριστού, αφού άκουγαν από το αγιασμένο στόμα του στυλίτη σωτήριες διδαχές.

Ο Θεοδώρητος Κύρου, σύγχρονος και γνώριμος του οσίου, περιγράφει συνοπτικά το κοινωνικό και αποστολικό έργο του: «Νουθετώντας (το λαό) δυο φορές την ήμερα, πλημμυρίζει τ' αυτιά των ακροατών με τα χαριτωμένα λόγια του και τους προσφέρει όσα το Άγιο Πνεύμα διδάσκει. Προτρέπει να στρέφουν το βλέμμα στον ουρανό, να πετάνε αφήνοντας τη γη και να οραματίζονται τη βασιλεία των ουρανών, να φοβούνται την κόλαση και να περιφρονούν τα γήινα, προσμένοντας τη μέλλουσα ζωή. Μπορεί να τον δεις να δικάζει, βγάζοντας σωστές και δίκαιες αποφάσεις. Όλα αυτά τα κάνει μετά την ακολουθία της ενάτης ώρας. Γιατί όλη τη νύχτα και τη μέρα, ως την ενάτη ώρα προσεύχεται. Ύστερα από την ενάτη ώρα, προσφέρει πρώτα τη θεία διδαχή σ' όσους βρίσκονται εκεί, και στη συνέχεια ακούει το αίτημα του καθενός. Και αφού θεραπεύσει μερικούς, λύνει τις διαφορές όσων φιλονικούν. Γύρω στη δύση του ήλιου αρχίζει πάλι να προσεύχεται. Δεν παραμελεί όμως, να φροντίζει και για τις άγιες Εκκλησίες. Άλλοτε πολεμάει την πλάνη των ειδωλολατρών, άλλοτε συντρίβει τη θρασύτητα του Ιουδαίων, άλλοτε διαλύει τις ομάδες των αιρετικών. Και όλα τούτα τα κατορθώνει είτε στέλνοντας γράμματα στο βασιλιά, είτε εμπνέοντας στους άρχοντες το ζήλο για το Θεό, είτε παρακινώντας και τους επισκόπους ακόμα να φροντίζουν περισσότερο για το ποίμνιο».

Αξίζει, όμως, να διηγηθούμε, ενδεικτικά, μερικά από τα θαύματα του οσίου Συμεών, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταστροφή των ευεργετημένων στην αληθινή πίστη.

Κάποτε ένας Σαρακηνός φύλαρχος έφερε στο στυλίτη κάποιον παράλυτο ομόφυλό του και παρακάλεσε για τη θεραπεία του. Ο άγιος του ζήτησε ν' απαρνηθεί την προγονική του ασέβεια. Εκείνος δέχτηκε πρόθυμα.

-Πιστεύει στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα; τον ρώτησε ο ασκητής.

-Πιστεύω, ομολόγησε ο Σαρακηνός.

-Αφοί πιστεύεις, σήκω πάνω!

Ο παράλυτος σηκώθηκε και περπάτησε.

-Τώρα πάρε το φύλαρχο στους ώμους σου! τον πρόσταξε ο όσιος.

Ο γιατρεμένος σήκωσε τον κατάπληκτο φύλαρχο, που ήταν εξαιρετικά μεγαλόσωμος, τον έβαλε στους ώμους του κι έφυγε ενθουσιασμένος, δοξάζοντας τον τρισυπόστατο αληθινό θεό.


Σε μια πόλη τής Παλαιστίνης ήταν διοικητής κάποιος ειδωλολάτρης, καμπούρης τόσο, που το κεφάλι του ακουμπούσε στο στήθος του και δεν μπορούσε να περιστραφεί. Κάποιοι φίλοι του, έχοντας ακούσει για τα θαύματα του στυλίτη, τον έφεραν κάτω από το στύλο και παρακάλεσαν για τη θεραπεία του. Μα και ο ίδιος καμπούρης άρχισε να ικετεύει τον όσιο κραυγάζοντας τόσο δυνατά, ώστε Εκείνος δεν μπορούσε να προσευχηθεί για χάρη του στον Κύριο. Ο ειδωλολάτρης, πιστεύοντας πως ο Συμεών είχε δική του θαυματουργική δύναμη, του ζητούσε ν' ακουμπήσει το χέρι του στο κεφάλι του, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι μ' αυτόν τον τρόπο θα γινόταν καλά αμέσως. Ο όσιος, όμως, του είπε:

- Είμαι ένας αμαρτωλός και τιποτένιος άνθρωπος. Το χέρι μου δεν έχει καμιά ξεχωριστή δύναμη. Μόνο αν ευδοκήσει ο Θεός, θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία σου, γιατί μόνο αυτός έχει τη δύναμη να θαυματουργεί. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θεραπεύ­σει άλλον, αν ο Κύριος δεν το θέλει. Παραδόσου, λοιπόν, στην παντοδυναμία του αληθινού Θεού, του δημιουργού και κυβερνήτη του κόσμου, και θα ευεργετηθείς.

Τότε ο καμπούρης σταμάτησε να φωνάζει, αφήνοντας τον όσιο να προσευχηθεί απερίσπαστος. Και μόλις Εκείνος τέλειωσε την προσευχή του, το θαύμα έγινε. Ο ταλαίπωρος άνθρωπος ορθώθηκε, στάθηκε ίσια και άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενος σαν παιδί. Άνοιξε τότε τις κασέλες, που είχε φέρει μαζί του, και πρόσφερε στον ευεργέτη του ανεκτίμητα χρυσαφικά κι ασημικά. Ο στυλίτης κοίταξε τα δώρα με περιφρόνηση και του είπε:

-Αν θέλεις να μ' ευχαριστήσεις, να δεχτείς το φως της αλήθειας. Να βαπτιστείς, για να πάρεις την άφεση. Κι ακόμα να ελευθερώσεις όλους τούς δούλους σου, για να ελευθερωθεί και η δική σου ψυχή από το ζυγό του σατανά.

Ο γιατρεμένος πρόθυμα έκανε ότι του είπε ο άγιος. Και αργότερα, γεμάτος χαρά και χάρη Θεού, έφυγε για την πόλη του.

Ένας άρχοντας των Περσών ήταν πολύ δυστυχισμένος, γιατί ο μονάκριβος γιος του κειτόταν δεκαπέντε χρόνια παράλυτος. Έστειλε, λοιπόν, στον όσιο τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, με την παράκληση να προσευχηθεί στον Κύριο για τη θεραπεία του παιδιού του. Του έδωσε, μάλιστα, και δυο υφάσματα από πολύτιμο μετάξι με κεντημένους επάνω χρυσούς σταυρούς, για να τα προσφέρει στον στυλίτη.

Ο επίσκοπος διηγήθηκε στο Συμεών το δράμα του παιδιού και του πατέρα του. Ο όσιος σπλαχνίστηκε και είπε στον επίσκοπο:

-Πάρε αυτά τα υφάσματα που έφερες, έτσι διπλωμένα όπως είναι, και πήγαινε στο καλό. Όταν φτάσεις κοντά στην πόλη σας, κατέβα από το ζώο σου, κράτησε τα υφάσματα στο στήθος σου και προχώρησε ως το σπίτι του άρχοντα πεζός και αμίλητος. Μπες μέσα, στάσου πάνω απ' το παιδί σκέπασε το με τα υφάσματα και πες του: Ο αμαρτωλός Συμεών σου παραγγέλλει: Στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, σήκω!".

Ο επίσκοπος έφυγε κι έκανε όπως του υπέδειξε ο όσιος. Μόλις σκέπασε το παιδί με τα υφάσματα, αυτό πετάχτηκε όρθιο και θεραπευμένο.

Ο Πέρσης άρχοντας και ολόκληρη η οικογένειά του ευχαρίστησαν και δόξασαν το Θεό. Και ο επίσκοπος, μετά από σχετικό αίτημά τους, τους κατήχησε και τους βάπτισε.

Κάποιος πλούσιοι από το Σαβά έπασχε από πονοκέφαλο συνεχή και οδυνηρό τόσο, που ένιωσε να του σουβλίζουν κάθε στιγμή το μυαλό. Ανακουφιζόταν λίγο, μόνο όταν χτυπούσε το κεφάλι του πάνω στα δοκάρια των τοίχων του σπιτιού του!

Μόλις έμαθε για τον θαυματουργό στυλίτη, ετοιμάστηκε για το μακρύ ταξίδι και ξεκίνησε, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο των θηρίων και των ληστών, που παραμόνευαν εδώ κι εκεί μέσα στην απέραντη έρημο. Σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο ταξίδευε ο άρρωστος. Και όσο πλησίαζε, πράγμα παράδοξο, οι πόνοι του λιγόστευαν. Αντίθετα, όσο κι αν έτρωγε, οι προμήθειές του έμεναν απείραχτες!

Έφτασε επιτέλους στο στύλο του οσίου. Εκείνος, αφού πληροφορήθηκε το πρόβλημά του, ζήτησε να του φέρουν νερό από την κοντινή πηγή. Προσευχήθηκε, το ευλόγησε και πρόσταξε τον άρρωστο να το πιει στο όνομα του Χριστού. Ύστερα, παίρνοντας από το ίδιο νερό, του ράντισε και το κεφάλι. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Ο λίγος πόνος που είχε απομείνει, εξαφανίστηκε κι αυτός. Ο άνθρωπος ευχαρίστησε τον όσιο και δόξασε το Θεό. Ζήτησε, μάλιστα, και να βαπτιστεί. Λίγο αργότερα, φεύγοντας Χριστιανός πια, διαλαλούσε τα μεγαλεία του Κυρίου ως τη μακρινή πατρίδα του.

Ένα παρόμοιο μακρύ ταξίδι έκανε και μια ομάδα από τέσσερις λεπρούς και τρεις δαιμονισμένους, που ξεκίνησαν από τα βάθη της Ανατολής κι έκαναν δεκατρείς μήνες ώσπου να φτάσουν στον όσιο. Και εκείνοι, παρά τη μεγάλη απόσταση, ούτε μια φορά δεν έχασαν το δρόμο, μα ούτε κι οι τροφές ή το νερό τούς έλειψαν καθόλου.

Φτάνοντας κάτω απ' τον στύλο, διηγήθηκαν στον όσιο τα παθήματα τους και ζήτησαν τη βοήθεια του.

-Ο Θεός, αποκρίθηκε Εκείνος, που σου έδειξε το δρόμο να έρθετε ως εδώ, θα σας δώσει και την υγεία σας.

Ζήτησε νερό, το ευλόγησε και τούς το έδωσε να πιουν και να ραντιστούν στο όνομα του Κυρίου. Μόλις το έκαναν, έγιναν και οι επτά καλά! Ύστερα απ' αυτό, αρνήθηκαν τη λατρεία των ειδώλων, βαπτίστηκαν και έφυγαν δοξάζοντας το Θεό.


Κάποτε ήρθαν κάτω απ' το στύλο αντιπρόσωποι των κατοίκων της οροσειράς του Λιβάνου και ανάστατοι είπαν στον όσιο:

- Στον τόπο μας παρουσιάστηκαν κάτι αγρία θηρία, πρωτοφανέρωτα και άγνωστα, που κατασπαράζουν ανθρώπους και ζώα. Πολλές φορές μπαίνουν στα σπίτια, αρπάζουν τα παιδιά και τα καταβροχθίζουν μπροστά στα έντρομα μάτια των μανάδων τους. Ο φόβος και ο θρήνος έχουν απλωθεί παντού.

-Μην παραξενεύεστε για τη συμφορά που σας βρήκε, είπε ο άγιος. Είναι η τιμωρία για τα έργα σας. Οι προγονοί σας εγκατέλειψαν τον αληθινό Θεό, τον πλάστη και ευεργέτη μας, και λάτρεψαν τα βουβά είδωλα. Κι εσείς επιμένετε στην πλάνη αυτή. Τα θηρία σας ταλαιπωρούν με παραχώρηση του Κυρίου, που θέλει να σας οδηγήσει στη μετάνοια και να σας φέρει κοντά Του. Αν όμως δεν έχετε σκοπό να μετανοήσετε, άδικα ήρθατε ως εδώ. Να ζητήσετε τη βοήθεια των ειδώλων που προσκυνάτε!

Εκείνοι τότε έπεσαν στα γόνατα και άρχισαν να παρακαλούν με δάκρυα το στυλίτη:

-Λυπήσου μας! Μεσίτεψε για μας στο Θεό! θα μετανοήσουμε!...

Μαζί τους ικέτευαν τον όσιο και άλλοι, που έτυχε να βρίσκονται εκεί, και τους σπλαχνίστηκαν.

-Μόλις απαρνηθείτε την πλάνη σας, αποκρίθηκε πάνω απ' το στύλο του ο γέροντας και βαπτιστείτε στο όνομα του Χριστού, τότε θα παρακαλέσω τον Κύριο να σας δείξει τη φιλανθρωπία Του.

Μ' ένα στόμα οι ειδωλολάτρες υποσχέθηκαν πως, όταν θα γύριζαν στην πατρίδα τους, θα κατεδάφιζαν αμέσως τα Ιερά των ειδώλων και θα έριχναν στη φωτιά τα ξόανα.

Ο άγιος κατάλαβε πως η μεταστροφή τους ήταν αληθινή. Τούς έδωσε, λοιπόν, ένα κουτάκι με ευλογημένη σκόνη και τούς είπε:

-Να πάτε στο καλό! Μόλις φτάσετε στον τόπο σας, να περάσετε απ' όλα τα χωριά. Στην εμπασιά κάθε χωριού, να χώνετε στη γη τέσσερις πέτρες. Και πάνω σε κάθε πέτρα να σχηματίζετε με τούτη τη σκόνη τρεις σταυρούς. Αν υπάρχουν εκεί Χριστιανοί ιερείς, φωνάξτε τους να σας βοηθήσουν και να τελέσουν νυχτερινές λειτουργίες. Τότε ο Θεός θα κάνει το θαύμα Του. Κανένας άνθρωπος δεν θα χαθεί πια από τα θηρία.

Επιστρέφοντας στη χώρα τους οι ειδωλολάτρες διαπίστωσαν ότι, από την ώρα που ο Συμεών είχε προσευχηθεί γι' αυτούς, όλα τα θηρία είχαν φύγει από τα χωριά και αποτραβηχτεί στα δάση. Όταν, λοιπόν, έκαναν ότι τούς συμβούλεψε ο όσιος, είδαν τα θηρία να τρέχουν και να έρχονται γύρω από τις πέτρες, ουρλιάζοντας απαίσια. Πολλά έπεφταν και ψοφούσαν επιτόπου. Αλλά έφευγαν αλαφιασμένα και χάνονταν. Σε δέκα μέρες δεν είχε απομείνει κανένα.

Πήραν τρία τομάρια από τα ψόφια θηρία και τα έφεραν στον όσιο. Και αφού του διηγήθηκαν το θαύμα, βαπτίστηκαν όλοι κι έγιναν Χριστιανοί. Μια βδομάδα έμειναν εκεί, ακούγοντας τις σοφές διδαχές του πνευματοφόρου στυλίτη, και μετά έφυγαν χαρούμενοι για την πατρίδα τους, δοξάζοντας το Θεό.

Αλλά σταματάμε εδώ τη διήγηση, γιατί τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του οσίου Συμεών δεν έχουν τέλος. Όπως σημειώνει ωραιότατα ο Σύρος βιογράφος του, «ποιο στόμα θ' αποτολμούσε να διηγηθεί ή ποιο χέρι θα μπορούσε να γράψει ή ποιο σοφό μυαλό θα μπορούσε να υπολογίσει τις αναρίθμητες ευεργεσίες που έκανε ο Θεός στον κόσμο μέσω του αγίου; Πόσους ανθρώπους, που ήταν μακριά από τον Κύριο, έφερε κοντά Του; Πόσοι πλανεμένοι γύρισαν με τη διδαχή του από την άγνοια στην αληθινή γνώση; Πόσες χιλιάδες και μυριάδες "αλλότριων", χάρη στο κήρυγμά του, έγιναν μέλη τής Εκκλησίας και υποτάχθηκαν στο Χριστό; Ποιος μπορεί να λογαριάσει τις τόσες και τόσες χιλιάδες αγρίων, που, βλέποντας και ακούγοντας τον, με χαρά εγκολπώθηκαν τη χριστιανική πίστη και έγιναν υπηρέτες της αλήθειας; Γιατί η φήμη των ευεργεσιών, που έκανε ο Κύριος με τα χέρια του οσίου, ταξίδεψε απ' τη μιαν άκρη του κόσμου ως την άλλη.

Κι έτσι εκπληρώθηκε το γραφικό: "Εις πάσαν την γην εξήλθεν οι φθόγγοί αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών (Ψαλμ. 18:5)».

Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως στήλην θεόγραφον, των Ιερών αρετών, του βίου σου έλιπες, τας αναβάσεις ημίν, Συμεών παμμακάριστε, συ γαρ επί του στύλου, ως πυρσός διαλάμπων, έλκεις ημάς χαμόθεν, της ζωήν Ουρανίαν, τον τρόπον της ευδρομίας, φαίνων τοις έργοις σου.

Κοντάκιον. Ήχος β’ Αυτόμελον.

Τα άνω ζητών, τοις κάτω συναπτόμενος, και άρμα πυρός, τον στύλον εργασάμενος, δι' αυτού συνόμιλος, των Aγγέλων γέγονας Όσιε, συν αυτοίς Χριστώ τω Θεώ, πρεσβεύων απαύστως υπέρ πάντων ημών.